Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Σπόρτιγκ (Νέα Σμύρνη)

Ημερ. λήψης 13/12/2022.
Ημερ. λήψης 07/12/2021.
Ημερ. λήψης 27/08/2020.

Ημερ. λήψης 01/03/2019.
Ημερ. λήψης 10/10/2018.
Ημερ. λήψης 10/04/2018.
Εισιτήριο 10/04/2018

Πηγή: βιβλίο "60 χρόνια Νέα Σμύρνη".


Ημερ. λήψης: 05/11/2015
Ημερ. λήψης: 07/03/2015
Πηγή: athinorama.gr
 
Πηγή: Ε.Κ.Κ.Ε., 1994.
Ημερ. λήψης: 09/04/2011
Ημερ. λήψης: 25/10/2008
Ημερ. λήψης: 23/07/2009
Ημερ. λήψης: 08/02/2009
Ημερ. λήψης: 08/02/2009
Ημερ. λήψης: 03/05/2008
Πηγή: Bing maps
Ομήρου & Παλαιολόγου 18, Χειμερινό & Θερινό.
Ξεκίνησε να λειτουργεί το 1939. Το θερινό
είναι στη ταράτσα. Στην αρχή είχε θέσεις 500
Μέσα της δεκαετίας 2000 χωρίστηκε το χειμερινό σε 2 αίθουσες.
Η αίθουσα 2 έγινε στον στον εξώστη. Το 2012 δεν λειτούργησε και ξανάξοιξε
το 2013. Αρχική ιδιοκτησία οικογένειας του γελοιαγράφου Κυρ.
Τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως δημοτικός.

ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ, Νέα Σμύρνη (Β > Α)
Από τους παλαιότερους συνοικιακούς, μικρός και ατμοσφαιρικός, συνυφασμένος με τη Νέα Σμύρνη. Διέθετε πλατεία, εξώστη και θερινό στην ταράτσα. Πρόσφατα έγινε δημοτικός, ανακαινίστηκε και ο εξώστης αποτέλεσε μια δεύτερη αίθουσα. (Μάνος)

Αναμνήσεις
Η μικρή Μαριέττα θυμάται στο χειμερινό τις παιδικές ταινίες  "Σεβάχ , ο θρύλος των επτά θαλασσών"  το 2003  και "Bolt" το 2008, με ένα σκυλάκι.

Θυμάμαι στο θερινό το μιούζικαλ "Αλό Ντόλι" με τη Μπάρμπρα Στρέιζαντ, το 1970. Το 1969 το πολεμικό "Ταξιαρχία διαβόλου" με τον Γουίλιαμ Χόντεν. Τη ιταλική κωμωδία "Ο ασπρος, ο μαύρος και ο κίτρινος" με τους Τζουλιάνο Τζέμα, Τόμας Μίλιαν, Ελάι Γουάλας, το 1976. Τη κωμωδία "Η μέρα της μαρμότας" με τον Μπιλ Μάρεϊ σε μία μέρα της ζωής του που επαναλαμβάνεται συνέχεια, το 1993. Τη κωμωδία "Hangover" το 2009 που ακολούθησαν πολλές συνέχειες. Το θερινό είναι στη ταράτσα, γωνιακό με θέα προς το γήπεδο του Πανιωνίου. Επίσης θυμάμαι τις μετά επισκέψεις στο ζαχαροπλαστείο με το γνωστό καϊμάκι του "Γιώργου" ή στην καφετέρια "Γαλαξίας" στην πλατεία.
 

1 σχόλιο:

  1. Το καλύτερο σινεμά που δούλεψα εκείνα τα χρόνια ήταν στη Νέα Σμύρνη: το Σπόρτινγκ. Όχι μόνο γιατί έκανα καλά λεφτά, αλλά γιατί έμπλεξα με καλούς ανθρώπους: μεγαλόκαρδους και χουβαρντάδες. Το σινεμά ήταν χειμερινό και στην ταράτσα έφτιαξαν τον καλοκαιρινό. Στο δρόμο, δίπλα στην εξώπορτα του σινεμά, ήταν ένα μικρό ζαχαροπλαστείο. Το κρατούσε ένας αρμένης, ο Κεβόρκ – Γιώργος – με τη γυναίκα του, Ζαρτάρ – Στολίδι. Αυτό ήταν το μπαρ και για τα δυο σινεμά. Ο Κεβόρκ δουλεύοντας απ’ εδώ κι απ’ εκεί, είχε μάθει τη γλώσσα μας. Η Ζαρτάρ, όμως, υστερούσε πολύ. Έλεγε, ας πούμε, το Ελλάδα, ή η Πέτρος.
    Τα σινεμά, λοιπόν, τα έφτιαξε ένας αρμένης. Δεν τον πρόλαβα. Είχε πεθάνει. Αυτός για να βοηθήσει την οικογένεια του Κεβόρκ, που για δεκαετίες έμενε σε παράγκα στη συνοικία τον Αρμένηδων, που ήταν απέναντι απ’ το Κουκάκι, στο Δουργούτι, δεν του έπαιρνε νοίκι. Η χήρα του πάλι – αυτήν τη γνώρισα – τιμώντας τη μνήμη του άντρα της δεν έπαιρνε νοίκι απ’ τον Κεβόρκ.
    Με τη βοήθεια, λοιπόν, της Ζαρτάρ ανεβάζαμε τα μπουκάλια στην ταράτσα. Είχε εκεί ένα μπαρ, αλλά δε δούλευε. Μόνο που είχε ψυγεία. Βάζαμε τα μπουκάλια στα ψυγεία και καθόταν εκεί η Ζαρτάρ, με τα διαλείμματα. Όταν κάποιος πήγαινε για ν’ αγοράσει κάτι η Ζαρτάρ του έλεγε:
    - Εγώ όχι πούλημα. Η Πέτρος πούλημα.
    Εγώ το είχα μονοπώλιο κι έκανα φουρτούνες. Έκανα μια βόλτα με τις γκαζόσες και μετά έπαιρνα το κασελάκι με τους ξηρούς καρπούς, τα σοκολατικά και τα ρέστα. Δηλαδή, ακόμα και τις μέρες που δεν είχε πολύ κόσμο πάλι κονομούσα.
    Επίσης ο Κεβόρκ εξυπηρετούσε κι όλα τα μαγαζιά εκεί γύρω, πηγαίνοντας καφέδες, ποτά και γλυκά. Δυσκολευόταν όμως, γιατί έπασχε από αρθριτικά βαριάς μορφής. Τα κανόνισε, λοιπόν, μαζί μου και πήγαινα εγώ τις παραγγελίες. Δηλαδή, άρχιζα δουλειά στις δέκα το πρωί. Έκανα πολύ καλά λεφτά. Κι ο Κεβόρκ με πλήρωνε καλά, αλλά είχα και τα πουρμπουάρ απ’ τους μαγαζάτορες. Μες στην κουζίνα είχε ένα κρεβάτι. Το απόγευμα μου έλεγε η Ζαρτάρ:
    - Είναι πολλά τα ώρας! Εσύ έρχεσαι εδώ κι εσύ κοιμάσαι μερικάς ώρας. Κι εγώ σε ξυπνήσω εσένα για το βράδυ.
    Την άραζα λοιπόν το απόγευμα και είχα δυνάμεις για το βράδυ. Κάθε μέρα έτρωγα μαζί τους. Τα φαγητά τα μαγείρευε η μάνα του Κεβόρκ και τα έφερνε κάθε πρωί η Ζαρτάρ. Έτσι δοκίμασα και τ’ αρμένικα φαγητά. Μου άρεσε ο μουσακάς. Τον άκουγα, αλλά στο σπίτι μας δεν τον φτιάχναμε. Μου άρεσαν επίσης και οι παραγεμιστές κεφτέδες. Μα τη νοστιμιά ήταν αυτή. Όσο για φρούτο κάθε μέρα έτρωγα ρόδια. Αυτό είναι το εθνικό φρούτο των αρμένιδων.
    Η Ζαρτάρ έφτιαχνε νόστιμα γλυκά ταψιού: Μπακλαβά, καταΐφι κτλ. Σε μένα, όμως, άρεσαν τα κουρκουμπίνια. Μερικές φορές τσιμπολογώντας έτρωγα κι από ένα. Ο Κεβόρκ, όμως, μου έβαζε κατσάδα, απ’ την ανάποδη:
    - Τι είναι αυτό που κάνεις; Εσύ δουλεύεις εδώ μέσα και μπορείς να τρως ό, τι θέλεις. Πάρε ένα πιάτο και βάλε όσα θέλεις. Το νου σου, όμως. Τα γλυκά πειράζουν τα δόντια.
    Εγώ μωρό παιδί, τα δόντια θα σκεφτόμουν; Μια φορά, όμως, με είδε η Ζαρτάρ. Κι αυτή με κατσάδιασε πάλι απ’ την ανάποδη:
    - Όχι εσύ να τρως αυτά! Αυτά έχουν γλυκόζη. Εγώ βάλω για σένα με μέλι.
    Μου έφτιαχνε, λοιπόν, κουρκουμπίνια με ζεστό μέλι κι ευχαριστιόταν η ψυχή μου.
    Όταν πια τέλειωσε το καλοκαίρι είχαμε μεγάλες συγκινήσεις. Η Ζαρτάρ έκλαιγε σα μωρό, το ίδιο κι εγώ. Και μου έλεγε κλαίγοντας:
    - Εσύ γιάβρουμ έρχεσαι και μας βλέπεις. Εσύ μη μας ξεχάσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή